Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Άλλο η αποδοκιμασία και άλλο η βία

Του Χρήστου Γιανναρά
Γιατί είναι «άσκηση βίας» να «γιαουρτώνουν» οι πολίτες έναν πολιτικό που προκαλεί κατ’ εξακολούθησιν τη νοημοσύνη και ευαισθησία τους, την αξιοπρέπειά τους;
Oμόφωνα οργισμένοι οι κεκράχτες της κομματοκρατίας, «επιφανείς» δημοσιογράφοι, κομματικοί εκπρόσωποι, αλλά και απλοϊκοί παρακεντέδες της εξουσιαστικής καμαρίλας, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους: Aυτοδικία, ανόσια βία το «γιαούρτωμα».
Aλλά γιατί; Προκαλεί σωματική κάκωση, αποβλέπει σε τραυματισμό, σε βλάβη της σωματικής ακεραιότητας; Γιαούρτι εκσφενδονίζουν οι πολίτες στον πολιτικό που τους προκαλεί, όχι πέτρες, ούτε καρέκλες. Eίναι άλλο πράγμα η αποδοκιμασία και άλλο η άσκηση σωματικής βίας. Kαι μάλιστα θα χαρακτήριζε κανείς το «γιαούρτωμα» μάλλον από τις επιεικέστερες, τις πιο «εξευγενισμένες» μορφές αποδοκιμασίας. Aρχετυπική έκφραση περιφρόνησης, αποστροφής και σιχασιάς είναι το φτύσιμο – ατιμωτική αποδοκιμασία. Πιο οργισμένη, οι σάπιες ντομάτες ή τα.......... κλούβια (δύσοσμα) αυγά. Hπιότερη μορφή, το σφύριγμα, το γιουχάισμα.
H δεδομένη, σαφέστατη διαφορά της αποδοκιμασίας από την άσκηση βίας καταδείχνει και πόσο υγιές πολιτικό σύμπτωμα είναι, προπάντων σε πολιτεύματα εκφαυλισμένα, το «γιαούρτωμα». Στην Eλλάδα σήμερα ισηγορία δεν υπάρχει (ακόμα και τριάμισι εκατομμύρια υπογραφές πολιτών αν ζητούν δημοψήφισμα, πετιούνται στο καλάθι των αχρήστων) – ο λόγος του πολίτη δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να γίνει ακουστός. H ψήφος του, υπονομευμένη και αυτή από το μαγείρεμα των εκλογικών νόμων, την απογόμωση της αποχής, τη διαφημιστική πλύση εγκεφάλων, είναι αδύνατο να αντιπαλέψει την αυθαιρεσία.
H κομματοκρατία δεν απαγορεύει την πληροφόρηση του πολίτη, απλώς την εξουδετερώνει, όπως οι πυροτεχνουργοί τη βόμβα. O πολίτης πληροφορείται κάτι από την εγκληματική καταλήστευση του δημόσιου χρήματος, ίσως και ονόματα πολιτικών και κομματανθρώπων που ενέχονται στην κλοπή ακόμα και των χρημάτων των αναγκαίων για την εθνική άμυνα ή για τη δημόσια υγεία. Kαι ξέρει, με τεκμηριωμένη βεβαιότητα, ότι για όλα αυτά τα κατά συρροήν και εκ προμελέτης κοινωνικά εγκλήματα κανένας πολιτικός ή κομματάνθρωπος δεν πρόκειται ποτέ να τιμωρηθεί. Aκόμα και ποινικά αδικήματα του ιδιωτικού βίου των πολιτικών, χυδαίες παλιανθρωπιές, καλύπτονται από τη βουλευτική ασυλία.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Ψήφος αντίστασης στη μικρόνοια

Μοιάζει απίστευτο, αλλά το προεξοφλούν με σιγουριά οι δημοσκοπήσεις: Στις επερχόμενες εκλογές Τοπικής τάχα και Αυτοδιοίκησης, οι ελλαδίτες ψηφοφόροι θα ψηφίσουν και πάλι, στην πλειονότητά τους, κομματικούς υποψηφίους.
Πώς να εξηγήσουμε την άρνηση της κρίσιμης για το εκλογικό αποτέλεσμα μάζας να αντιληφθεί την πραγματικότητα; Τα εγκλήματα των δύο κομμάτων που κυβέρνησαν τον τόπο τα τελευταία τριάντα έξι χρόνια είναι εξόφθαλμα, αποδεδειγμένα, ψηλαφητά: Κατασπατάλησαν το απίστευτο χρήμα που εισέρευσε στη χώρα (για πρώτη φορά στην κρατική μας ιστορία) και απέβλεπε να επιτευχθεί σύγκλιση της ελλαδικής με τις οικονομίες των χωρών της Ε.Ε. Ξέφρενη σπατάλη και επιπλέον απίστευτος, παρανοϊκός δανεισμός. Μοίραζαν τα κόμματα διορισμούς, επιδοτήσεις, ρουσφέτια, μπούκωναν τον υπόκοσμο των λακέδων και της καμαρίλας τους με αδιάντροπο πλούτο, ωμά, απροκάλυπτα, χυδαία. Πνίγοντας κυριολεκτικά τη χώρα στα χρέη.
Χωρίς να λύσουν, στα τριάντα έξι αυτά χρόνια, ούτε ένα πρόβλημα – το ασφαλιστικό, ας πούμε, ή το συγκοινωνιακό ή της μηχανοργάνωσης του κράτους (δεν συζητούμε για την παιδεία, την υγεία, την άμυνα, τη δικαιοσύνη). Το μόνο που τους ενδιέφερε, μα αποκλειστικά το μόνο, ήταν η επανεκλογή τους, η κραιπαλική ηδονή της εξουσίας. Τίποτε άλλο. Και όταν πια η καταστροφή ήταν αδύνατο να αναχαιτιστεί, ο ένας πρωθυπουργός το ’σκασε πανικόβλητος, δίχως ίχνος ντροπής ή αυτοσεβασμού. Και έσπευσε να αναλάβει ο μειονεκτικός σε επιγνώσεις αντίπαλος, για να αλωνίζει επί μήνες τα διεθνή κέντρα, απολαμβάνοντας τουριστικά το κελεπούρι της πρωθυπουργίας και διαφημίζοντας στους δανειστές της χώρας την αναξιοπιστία της και τη διαφθορά της.
Ποιος Ελληνας δεν βλέπει αυτά τα εξόφθαλμα, αποδεδειγμένα, ψηλαφητά δεδομένα; Κι όμως, όχι μόνο δεν κατεβαίνουμε στους δρόμους να διαδηλώσουμε οργή και αντίσταση, αλλά σπεύδουμε πειθήνια και ηλίθια να αμνηστεύσουμε, να κολακέψουμε, να επιβραβεύσουμε τους τυράννους μας, ψηφίζοντας τους εκλεκτούς των κομματικών συμφερόντων στην τάχα Αυτοδιοίκηση. Πού είναι λοιπόν το περιβόητο «φιλότιμο» του Ελληνα, η «περηφάνια» του, το «αδούλωτο φρόνημά» του; Ακόμα και την ψήφο του, το τελευταίο απομεινάρι διαφοράς από τον σκλάβο, τον ραγιά, την προσφέρει για να μετρήσουν οι διεφθαρμένες κομματικές συντεχνίες τις περιστασιακές μεταβολές στα ποσοστά της ισχύος τους.
Να κατεβούμε στους δρόμους μάς το έχει απαγορεύσει ο παλαιοημερολογητισμός του Περισσού: μονοπωλεί μεθοδικά κάθε δημόσια μαζική διαμαρτυρία, την «καπελώνει» αυθαίρετα, η κραυγή και οργή των πολιτών μετατρέπεται σε αθέλητη υποστήριξη της πιο υπάνθρωπης ολοκληρωτικής μονοτροπίας. «Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, έγραφε ο Ελύτης, και βρίσκεσαι να “κάνεις πορεία” μ’ έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη, αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους». Δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα ακομμάτιστη πρωτοβουλία για μαζική πολιτική εκδήλωση, που να μην την ιδιοποιηθεί η μικρόνοια και ψυχανωμαλία των καπήλων της Αριστεράς.
Μας απομένει η ψήφος, για να συντηρούμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε πολίτες, ότι πολίτευμα της χώρας είναι η δημοκρατία. Ψευδαίσθηση, στάχτη στα μάτια, για να συνεχίζουν οι μαφιόζοι των κομματικών συντεχνιών να παίζουν με τη δική μας αφέλεια, την παιδαριώδη επιπολαιότητά μας. Τάχα ότι λειτουργούν πολιτικοί θεσμοί, τάχα ότι διαχειριζόμαστε τις τύχες και το μέλλον μας, καμαρωτοί στη σειρά για να βρεθούμε πίσω από το παραβάν, να αξιοποιήσουμε τα «δικαιώματα» του πολίτη! Μας παραμυθιάζουν οι ανίκανοι, ενώ το ξέρουμε, το βλέπουμε: Η δευτεράντζα της κομματοκρατίας, δήμαρχοι, νομάρχες, περιφερειάρχες τώρα ή ό,τι άλλο παραπληρωματικό, ούτε τις λακκούβες στους δρόμους ή τις αγέλες των αδέσποτων δεν είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν. Τοποτηρητές είναι, ελάσσονες, των κομματικών συμφερόντων.
Βρίσκουν και τα κάνουν. Οι μάζες των ευνουχισμένων, των δίχως σκέψη και κρίση ψηφοφόρων, μοιάζει να μην έχουν καταλάβει πού έχουμε φτάσει και γιατί. Γιατί σε λούκι στερήσεων, φτώχειας, ανεργίας, εφιαλτικής αβεβαιότητας για το αύριο, γιατί πουθενά ελπίδα ανάκαμψης; Πώς βρέθηκε να είναι πρωθυπουργός ένα τόσο μειονεκτικό άτομο με τόσο κραυγαλέα υστερήματα, πώς γίνεται να έχουμε υπουργό Εξωτερικών και υπουργό Οικονομικών ανθρώπους πρωτόπειρους, πρωτοφανέρωτους στον δημόσιο βίο, σήμερα που διακυβεύεται η ίδια η ιστορική μας επιβίωση, η αξιοπιστία και η τιμή του ονόματός μας στον διεθνή στίβο; Δεν είχε τίποτε καλύτερο να επιστρατεύσει το κομματικό μας σύστημα στην κρίσιμη αυτή ώρα;
Οχι, δεν είχε, είναι φανερό. Η αξιωματική αντιπολίτευση είναι μια εξ ίσου θλιβερή και ευτελισμένη συναγωγή μετριοτήτων, σπιθαμιαία αναστήματα λιμασμένων για επιστροφή στην εξουσία, αναπολόγητων ακόμη για πράξεις απύθμενης φαυλότητας και διαφθοράς. Αυτά τα «κόμματα εξουσίας» δεν είναι πολιτικοί σχηματισμοί, είναι καρκινώματα στο κοινωνικό σώμα, εστίες μολυσματικές, απεργάζονται θάνατο. Ομως, η κρίσιμη εκλογική μάζα, ψηφοφόροι δίχως σκέψη και κρίση, τους εκλεκτούς αυτών των κομμάτων θα ψηφίσουν, δεν καταφέρνουν να συνδέσουν τον εφιάλτη που ζούμε με τα συγκεκριμένα εγκλήματα που τον προκάλεσαν και με τους αυτουργούς των εγκλημάτων.
Ο ευνουχισμός έχει συντελεστεί μεθοδικά, έντεχνα, «ανεπαισθήτως». Αν υπάρξουν ιστορικοί στο μέλλον με ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας, το υλικό μελέτης του ευνουχισμού μας θα τους προσφερθεί άφθονο: Τα σχολικά βιβλία που τιτλοφορούνται «Η Γλώσσα μας», ο γκαιμπελικός προπαγανδισμός του ψυχωτικού «φιλαθλητισμού», του κρατικού τζόγου, ο επιχορηγούμενος κιτρινισμός και κρετινισμός των τηλεοπτικών καναλιών. Ακρως αποτελεσματικές πρακτικές εξηλιθίωσης της κρίσιμης εκλογικής μάζας.
Ετσι έχουν εξασφαλισμένη και αυτή τη φορά την επανεκλογή τους δήμαρχοι εξοργιστικής ανικανότητας, επιβαρυμένοι με εγκλήματα φαυλότητας σε προγενέστερες υπουργικές τους θητείες. Σίγουρη η επανεκλογή και νομαρχών που εκκρεμούν σε βάρος τους ποινικές διώξεις, θριαμβική η επικράτηση πληθώρας ασημαντοτήτων, ανθρώπων θλιβερού επιπέδου ικανοτήτων και καλλιέργειας, με μοναδικό προσόν το κομματικό χρίσμα.
Η «μαγιά» που αντιστέκεται στον εξανδραποδισμό λογαριάζει τους κομματικά κεχρισμένους, όποιοι κι αν είναι, σαν χολεριασμένους. Ακομμάτιστους υποψήφιους τους ψηφίζει. Οπου δεν υπάρχουν: λευκό ή αποχή.
Tου Χρήστου Γιανναρά

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Πώς να αλλάξουμε τη ρότα;

Σε ποια χέρια βρίσκεται η χρεοκοπημένη οικονομία της χώρας, ποιος διαχειρίζεται την ελπίδα ανάκαμψης, την προσπάθεια εξόδου από τη δεδομένη, μη διακηρυγμένη πτώχευση; Η τηλεοπτική εμφάνιση του υπουργού Οικονομίας, τη Δευτέρα 11 Οκτωβρίου στους «Νέους Φακέλους», έθετε το ερώτημα με αγχώδη ένταση.
Εικόνα αιφνιδιασμένου μαθητή σε προφορική εξέταση, πολύ μέτριου μαθητή. Που χάνει τα λόγια του, απαντάει άλλα αντ’ άλλων. Ταραγμένος, κομπιάζοντας, ενοχλημένος που εκτίθεται δημόσια. Ανίκανος έστω να υπεκφύγει, να αποφύγει με ετοιμόλογη δεξιότητα την αποκάλυψη των αδυναμιών του.
Εικόνα, περισσότερο, μικρομεσαίου κομματικού στελέχους σε επαρχιακή (πολύ επαρχιακή) οργάνωση «βάσης». Και επιστράτευε ύφος υπουργικής αυτονόητης υπεροχής, σε κωμική αντίθεση προς τη χαλαρή, ήρεμη βεβαιότητα των διάσημων στον διθενή στίβο συνομιλητών του. Δεν καταλάβαινε ότι έτσι ανέδειχνε απροκάλυπτα συμπλεγματική τη συμπεριφορά του.
Εικόνα, προπαντός, θλιβερής ανθρώπινης αλλοτρίωσης: Ατομο καταξιωμένο με δημόσιες ευθύνες, τιμές, προβολή, όμως ανίκανο να συζητήσει πρόβλημα, να παραδεχθεί πρόβλημα, να αποπαγιδευτεί από τη μονότροπη κομματική απολογητική.
Αδύνατο να αναμετρηθεί με ερωτήματα, να συγκροτήσει επιχείρημα, να τεκμηριώσει τον λόγο του. Πάλευε σπασμωδικά μόνο να υπερασπίσει την κυβέρνηση με παιδαριώδεις γενικολογίες, επαναλήψεις, πάλι και πάλι, λαϊκίστικων στερεοτύπων: «Εχουμε κάνει βήματα, δεν έχουν γίνει όλα». Και την ευθύνη για όλα, ολόκληρη, την έχουν οι κομματικοί του αντίπαλοι.
Απέναντί του τα δύο σαΐνια, οι Αμερικανοί οικονομολόγοι – άκρως διακριτικοί στην ευγενική τους συγκατάβαση γι’ αυτόν τον υπουργό Οικονομικών που έμοιαζε να σκέπτεται με κασέτα παραταξιακής πειθαρχίας. Ισως να είχαν υποθέσει ότι η συζήτηση με στέλεχος κόμματος «σοσιαλιστικού» θα τους στρίμωχνε σε απαιτήσεις για προτεραιότητες κοινωνικού κράτους, σχέσεων κοινωνίας, στόχων κοινωνικής συνοχής. Ενώ αυτός, αξιολύπητος, χτυπιόταν για να αποδείξει ότι η κυβέρνησή του είναι συνεπέστατα πειθαρχημένη στις εντολές των επιτρόπων της «ελεύθερης αγοράς». Η φυσιογνωμική έκφραση των συνομιλητών του πρόδιδε, μαζί με τη συγκατάβαση, και απορία: Πειθαρχικότερον υπήκοο και θιασώστη του αχαλίνωτου καπιταλισμού από αυτόν τον «σοσιαλιστή» υπουργό, δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν.
Σίγουρα, ένα κρίσιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα ποσοστό ψηφοφόρων στην Ελλάδα δεν αντιλαμβάνεται ούτε την κραυγαλέα ανεπάρκεια του πρωτόπειρου υπουργού Οικονομικών ούτε την αντίφαση κόμματος «σοσιαλιστικού» να ασκεί πολιτική αχαλίνωτου καπιταλισμού. Καταπίνουν οι ψηφοφόροι απερίσκεπτα τη δικαιολογία ότι «δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, μια χρεοκοπημένη χώρα, έρμαιο των δανειστών της, είναι αναπότρεπτα υπόδουλη στους όρους που επιβάλλει το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα».
Σαθρή η δικαιολογία. Δεν χρεοκόπησε η χώρα από το κόστος του κοινωνικού κράτους, δεν «τα φάγαμε όλοι μαζί», όπως θέλει να υποκρίνεται ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Η χώρα πνίγηκε στον υπέρμετρο δανεισμό που αποτόλμησαν αμοραλιστές πολιτικοί, για να εξαγοράσουν με εξωφρενικές παροχές και διορισμούς την ψήφο των πολιτών, την κραιπαλική ηδονή της εξουσίας. Το κράτος πτώχευσε, γιατί η οικονομία του καταληστεύθηκε διαδοχικά από το πράσινο, το γαλάζιο, πάλι από το πράσινο και πάλι από το γαλάζιο κομματικό κράτος. Αν το «σοσιαλιστικό» κόμμα ήθελε να πάψει να εμπαίζει την ελληνική κοινωνία με τον τίτλο του, μπορούσε να αποστασιοποιηθεί τίμια από την κλεπτοκρατία: Να διαλύσει το πράσινο κομματικό κράτος, το παρακράτος των πρασινοφρουρών και να ξαναστήσει στη χώρα θεσμούς κοινωνικού κράτους.
Να θεσμοθετήσει χωρισμό του κράτους από την κυβέρνηση, την κάθε κυβέρνηση, να αυτονομηθεί η κρατική λειτουργία από την κομματική ιδιοτέλεια, να εφαρμόζουν οι κρατικοί λειτουργοί το ξεχωριστό κάθε κυβέρνησης πολιτικό πρόγραμμα, αλλά για να υπηρετήσουν την κοινωνία, όχι την επανεκλογή του κυβερνώντος κόμματος. Και αυτή η (αυτονόητη στη δημοκρατία) κοινωνικοποίηση του κράτους να εξασφαλιστεί με θεσμικές εγγυήσεις αξιοκρατίας, καταξίωσης της ανθρώπινης ποιότητας, της δημιουργικότητας, της άμιλλας.
Ποιος εμπόδισε το «σοσιαλιστικό» κόμμα να είναι συνεπές με τις επαγγελίες του τίτλου του; Ποιος εμπόδισε το αντίπαλο στη διεκδίκηση της εξουσίας κόμμα να φιλοδοξήσει ταυτότητα και επωνυμία κόμματος «λαϊκού»; Η χρεοκοπία και ο διεθνής εξευτελισμός της Ελλάδας σήμερα έχει μία και μοναδική αιτία, ολοφάνερη και αδιαμφισβήτητη: την υποκατάσταση του κράτους από το κομματικό κράτος, την υποταγή της κοινωνίας στον ζυγό της κομματοκρατίας.
Αναπόφευκτα τραυλίζει ή γενικολογεί ανόητα ο υπουργός Οικονομίας αντιμέτωπος με τα ερωτήματα του Αλέξη Παπαχελά. «Πώς ξαναβάζουμε τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης»; Μα είναι περισσότερο από φανερό ότι τον υπουργό Οικονομίας και τον προκλητικής ανεπάρκειας πρωθυπουργό του δεν τους ενδιαφέρει η χώρα και η επανεύρεση αναπτυξιακής δυναμικής. Το μόνο που τους κόφτει είναι να περισώσουν αταλάντευτη, ακόμα και μέσα στην καταστροφή, την κομματοκρατία, να κερδίσει χρόνο εξουσίας η συντεχνία τους. Η καταιγιστική κενολογία προπαγάνδας, η μικρονοϊκή αυθυπεράσπιση που ακατάπαυστα αναμηρυκάζουν (από τα κατακίτρινης δημοσιογραφίας κρατικά κανάλια) αυτό βεβαιώνει.
Για να βάλουμε τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης πρέπει να υπάρχει κράτος που να λειτουργεί. Για να λειτουργήσει το κράτος πρέπει να παταχθεί θεσμικά ο βιασμός του κοινωνικού σώματος από τον ασύδοτο συνδικαλισμό. Και τότε να οργανωθεί τεκμηριωμένα απροκατάληπτη αξιολογική κρίση της δημοσιοϋπαλληλίας. Με απολύσεις των περιττών, των ανίκανων, των φαύλων. Αλλά και επιτελικά σχεδιασμένη, με καθολική κοινωνική συνέγερση συντονισμένη, τη θετική, αναπτυξιακή απορρόφηση του σοκ των απολύσεων. Υπάρχουν στρατηγικές για τέτοια απορρόφηση, υπάρχουν και μυαλά για να τις οργανώσουν. Η ανασύνταξη του κράτους είναι αντιφατικό να επιδιωχθεί με άγονες θυσίες, με ευνουχισμό της δημιουργικότητας πλήθους ανθρώπων.
Επειδή τα κόμματα ταύτισαν τον διορισμό με το ρουσφέτι, ταυτίστηκε και η απόλυση με τον διωγμό, την τιμωρία. Αλλά το να λειτουργήσει παραγωγικά το κράτος με σωστή στελέχωση θα είναι για όλους μέγα καλό, ζωτική κοινωνική κατάκτηση. Και αυτή την κατάκτηση είναι αδύνατο να την καταλάβουν, να τη σχεδιάσουν, να την πραγματοποιήσουν τα κόμματα του σημερινού φαύλου πολιτικού συστήματος.
Λύση που να απελευθερώνει τη χώρα από την κομματοκρατία, δηλαδή την τυραννία και την υπανάπτυξη, μπορούμε να βρούμε; Κάποτε απειλή για τη δημοκρατία ήταν η αυθαιρεσία του λοχία. Τώρα την κατάλυση της δημοκρατίας τη σαρκώνουν τα κόμματα. Ποια είναι η λύση;

Του Χρήστου Γιανναρά

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Ελληνωνύμων ενεργός αφελληνισμός



Ένα εκπληκτικής σύλληψης άρθρο του φίλου Χρήστου Γιανναρά για την αλήθεια, τη χρησιμοθηρία, τους πολίτες, τη δημοκρατία, το νέο;; μουσείο της Ακρόπολης...
Συμφωνώ και επαυξάνω. Διαβάστε το.

"Το ζητείν απανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόζει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις", λέει ο Αριστοτέλης. Δεν ταιριάζει σε ελεύθερους και μεγαλόψυχους ανθρώπους να ζητάνε παντού τη χρησιμότητα, να αξιολογούν το κάθε τι κρίνοντας πρωταρχικά πόσο χρήσιμο είναι. Το πρωτείο της χρησιμότητας δηλώνει υποταγή στις ενστικτώδεις ορμές εγωτικής αυτοσυντήρησης, μικρόψυχη έγνοια ατομικής εξασφάλισης. Οχι ελευθερία από την αναγκαιότητα, όχι μεγαλοψυχία.

Στον γεωγραφικό χώρο που ορίζουν η ευρωπαϊκή και η ασιατική ακτή του Αιγαίου και το μεταξύ αρχιπέλαγος γεννήθηκε, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη Ιστορία, το αίτημα να έχει προτεραιότητα η αλήθεια και όχι η χρησιμότητα. Γεννήθηκε η κριτική σκέψη: Η ανάγκη των Ελλήνων να διακρίνουν το πραγματικό από την ψευδαίσθηση, την αλήθεια από το ψέμα, την έγκυρη γνώση από την υποκειμενική εντύπωση. Να ξεχωρίσουν τον αξιόπιστο («πιστόν») από τον αναξιόπιστο («άπιστον») λόγο. Γεννήθηκε η φιλοσοφία, η επιστήμη.

Να γίνει ξεκάθαρο: Η προτεραιότητα της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας δεν ήταν για τους Ελληνες ηθική επιταγή, ιδεαλιστικό αιτούμενο. Ηταν ανάγκη, ανάγκη κοινή, δηλαδή εμπειρικά κοινωνούμενη. Μια ανθρώπινη συλλογικότητα σημαδεύει την Ιστορία όχι με ηθικοπλαστικές «αξίες» και ιδεαλιστικές στοχεύσεις, αλλά με την ιεράρχηση των αναγκών της – ποια ανάγκη έρχεται πρώτη και ποια δεύτερη. Πρώτη ανάγκη για τους Ελληνες, μέσα από διεργασίες αιώνων, αναδύθηκε το αίτημα της αλήθειας. Στη μεσαιωνική και νεώτερη Ευρώπη (ώς σήμερα) το αίτημα των Ελλήνων υιοθετήθηκε με ενθουσιασμό, αλλά παραλλαγμένο σε ανάγκη για αποτελεσματικότητα, που είναι η αναιδέστερη μορφή χρησιμοθηρίας. Γι’ αυτό και η «επιστήμη» της Δύσης οδηγεί οπωσδήποτε στη χρησιμότητα, ακόμα και του Αουσβιτς ή της Χιροσίμα.

Η αλήθεια, όσο υπήρχε Ελληνισμός, ήταν από μόνη της το μέγιστο αγαθό και η κριτική αναζήτηση του αληθούς υπηρετούσε την κοινή ανάγκη να προσδιοριστεί τελικά η αλήθεια όχι ως γνώση μόνο, αλλά και ως ύπαρξη. Να προσδιοριστεί το αληθινά υπαρκτό (το «όντως ον»): αυτό που υπάρχει χωρίς περιορισμούς, μεταβολές, φθορά – αυτό που δεν πεθαίνει. Να προσδιοριστεί το πραγματικά υπαρκτό, γιατί ανάγκη του Ελληνα ήταν να μιμηθεί τον «τρόπο» ύπαρξης του όντως υπαρκτού: ανάγκη να «αθανατίζει» ο άνθρωπος, όπως είπε ο Πλάτων.

Αυτή η δεύτερη κοινή (εμπειρικά κοινωνούμενη) ανάγκη γέννησε το δεύτερο άλμα των Ελλήνων στην πανανθρώπινη Ιστορία: Αλμα μετάβασης από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνίαν του αληθούς» ή (με άλλη διατύπωση) από τη «φυσική κοινωνία» στην «πολιτική κοινωνία». Η «χρεία», η προτεραιότητα της χρησιμότητας, συγκροτεί κατά φυσική αναγκαιότητα (όχι κατ’ ελευθερίαν) τη συλλογική συμβίωση των ανθρώπων – με τον καταμερισμό της εργασίας και τις ανταλλακτικές σχέσεις κοινωνούνται οι βιοποριστικές ανάγκες, δημιουργείται η «φυσική κοινωνία». Με στόχο την κοινή πραγμάτευση του αληθούς, τη μίμηση του «τρόπου» της αθανασίας, γεννιέται η «πόλις», η «πολιτική κοινωνία»: μεταβάλλεται η αναγκαιότητα της συνύπαρξης σε ελεύθερο κοινό άθλημα να «αληθεύει» ο βίος, να είναι «κατ’ αλήθειαν» οι σχέσεις κοινωνίας.

Οι Ελληνες ονόμασαν «πόλιν» όχι τον αριθμητικά (ποσοτικά) διευρυμένο οικισμό, αλλά έναν άλλο «τρόπο» συλλογικότητας, θεσμικά και λειτουργικά ομόλογο του «αληθούς». Πιστοποιούσε η ελληνική εμπειρία ότι το αληθινά υπαρκτό στοιχείο της αισθητής πραγματικότητας (το άφθορο, αναλλοίωτο, αθάνατο) είναι ο δεδομένος και ανερμήνευτος «ξυνός» (κοινός) λόγος, η λογικότητα που προκαθορίζει το είδος και τις σχέσεις των υπαρκτών. Τα επιμέρους (ατομικά) υπαρκτά είναι φθαρτά, εφήμερα. Ομως, ο λόγος της μορφής και της δια-μόρφωσης των υπαρκτών είναι αιώνιος και αθάνατος, αυτός μεταβάλλει το σύμπαν σε «κόσμον» (κόσμημα) αρμονίας, ευταξίας, κάλλους.

Αυτή την κοσμιότητα των «κατά λόγον» και «ανά τον λόγον» σχέσεων, τον λόγο-τρόπο της αλήθειας και αθανασίας, θέλει να πραγματώσει η πολιτική κοινωνία, «ο μικρός της πόλεως κόσμος». Και η πραγμάτωση δεν είναι θέμα κοινής συμφωνίας («κοινωνικού συμβολαίου»), αλλά κοινού συνεχούς αθλήματος. «Πολίτης» είναι όποιος ελεύθερα δέχεται την τιμή να μετέχει στο άθλημα αληθείας που είναι η πολιτική. Την ευθύνη να τηρούνται οι όροι του αθλήματος την έχουν όλοι οι πολίτες, το «κράτος» (εξουσία - ευθύνη) το επιφορτίζεται όλος ο «δήμος» – το «πολίτευμα» (τρόπος λειτουργίας της «πόλεως») είναι «δημοκρατία».

Δυο ενδεικτικές συνέπειες έχει η τιμή να είσαι «πολίτης», μέτοχος του αθλήματος να αληθεύει ο βίος, του πολιτικού αθλήματος: Είναι αδιανόητο να θιγεί ή να κακωθεί το σώμα του πολίτη, αδιανόητη η σωματική βάσανος. Μαστιγώσεις, φραγγελώσεις, ακρωτηριασμοί, αυτονόητες σε εκείνους τους αιώνες ποινές, αποκλείονται στην ελληνική «πόλιν». Ο Σωκράτης καταδικάζεται από την Εκκλησία του Δήμου σε θάνατο (διότι και η δημοκρατία κάνει λάθη), αλλά δεν υπάρχει δήμιος να εφαρμόσει την ποινή: Θα πάρει μόνος του, ελεύθερα, να πιει το κώνιον ή θα φύγει από την πόλη.

Δεύτερη ενδεικτική συνέπεια: Οι πολίτες στη δημοκρατία δεν εκλέγονται στα θεσμικά αξιώματα, κληρώνονται. Οποιος έχει την τιμή να είναι πολίτης, είναι εξ ορισμού και ικανός για οποιοδήποτε αξίωμα - ευθύνη διαχείρισης των κοινών. Ούτε έχει σημασία το γεγονός ότι η πραγμάτωση της δημοκρατίας διήρκεσε ελάχιστες δεκαετίες, στην Αθήνα και μόνο. Την Ιστορία τη σημάδεψε η στόχευση των Ελλήνων, αυτή παραμένει πανανθρώπινο μέτρο και κριτήριο αποτίμησης των προτεραιοτήτων κάθε συλλογικότητας.

Βέβαια, το μέτρο - κριτήριο αλλοτριώθηκε, το καπηλεύτηκαν λαοί βαρβαρικοί χρησιμοθηρικών προτεραιοτήτων, κυρίως μετά την εξαφάνιση του Ελληνισμού από το ιστορικό προσκήνιο με την Τουρκοκρατία. Πόσοι καταλαβαίνουν σήμερα, στον διεθνή χώρο, ότι η «πολιτική» στοχεύει στον «κατ’ αλήθειαν» βίο, ότι η «δημοκρατία» προϋποθέτει άξονα μεταφυσικής αναζήτησης, ότι είναι άθλημα σχέσεων κοινωνίας, όχι «συμβόλαιο» για τη θωράκιση κάθε εγωτικής αυτονομίας.

Θεωρητικά, το ελλαδικό κρατίδιο που προέκυψε από την εξέγερση του 1821 θα μπορούσε να διασώσει, έστω και μόνο ως συνείδηση και μαρτυρία, την ειδοποιό διαφορά και ταυτότητα του Ελληνισμού μέσα στην Ιστορία. Ομως ποτέ δεν διδαχθήκαμε στην παιδεία του κρατιδίου, ούτε ως πληροφορία, τι σημαίνουν για την ανθρωπότητα τα δύο άλματα των κάποτε Ελλήνων: η γέννηση της κριτικής σκέψης και η ανάδυση της πολιτικής κοινωνίας.

Το ελλαδικό κρατίδιο είναι μια μιμητική απόφυση της Δύσης, δεν υπάρχει τίποτα ελληνικό στο ελλαδικό κρατίδιο – θεσμοί, παιδεία, Τέχνη, ατομική καλλιέργεια, όλα μεταπρατικά, όλα απομιμήσεις και πιθηκισμός. Γι’ αυτό και πανηγυρίζουμε ανίδεοι, οι Ελληνώνυμοι του βαλκανικού νότου, που ένας Αμερικανοελβετός έστησε απέναντι από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης τη βλάσφημη νεοπλουτίστικη αναίδεια της χρησιμοθηρίας αρχιτεκτονημένη – ναι, απέναντι στο σύμβολο του μεταφυσικού στόχου της πολιτικής, τον Παρθενώνα.

Και είναι το αρχιτεκτόνημα του Ελβετού απολύτως συντονισμένο με την τεταρτοκοσμική μας «δημοκρατία».

Ευτυχείτε.

Πηγή : http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_247_12/07/2009_321944

Δεν είμαστε αόρατοι

Ronin.gr - widget IP και λειτουργικού

ΜΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Αναγνώστες